ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ - ΘΗΛΩΜΑΤΑ

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης έρχεται 2ος σε συχνότητα καρκίνος του ουροποιητικού συστήματος, μετά τον καρκίνο του προστάτη. Στους άντρες, η ανάπτυξη είναι 4 φορές συχνότερη από ό,τι στις γυναίκες. Αλλά παρατηρείται, μετά την δεκαετία του 80 μια αύξηση και στις γυναίκες. Φαίνεται πως η χειραφέτηση των γυναικών, το κάπνισμα και η είσοδος επαγγελματικά στον χώρο της βιομηχανίας συνέβαλλε προς αυτήν την κατεύθυνση. Οι καπνιστές παρουσιάζουν στο 5πλάσιο την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου στην κύστη σε σύγκριση με τους μη καπνιστές. Επιπλέον εμφανίζουν και μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπών. H συχνότερη μορφή εμφάνισης του καρκίνου της κύστεως είναι η θηλώδης μορφή (μοιάζει με κουνουπίδι) που έχει επικρατήσει να αναφέρεται ως "θήλωμα" (χωρίς ωστόσο, αυτό να είναι 100% σωστό).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ – ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Σαφής αιτιολογία για την ανάπτυξη καρκίνου της ουροδόχου κύστης δεν υπάρχει. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισής του:

• Ηλικία. Με την αύξηση της ηλικίας αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης. Συχνότερα εμφανίζεται μετά την 6η δεκαετία της ζωής και κατά προσέγγιση το 70% των ασθενών είναι ηλικίας άνω των 65 ετών.

• Κάπνισμα. Το κάπνισμα είναι η μόνη αποδεδειγμένη αιτία για τον καρκίνο της κύστεως. Παίζει τόσο σημαντικό ρόλο αφού ευθύνεται περισσότερο για έναν καρκίνο στην ουροδόχο κύστη παρά για τον καρκίνο του πνεύμονα. Οι καπνιστές διατρέχουν 5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο ουροδόχου κύστης σε σχέση με τους μη καπνιστές, όπως και αυξημένο κίνδυνο συχνών υποτροπών της νόσου. Τα τσιγάρα περιέχουν τις καρκινογόνες ουσίες 4-αμινοδιφενύλιο και 2-ναφθυλαμίνη, που απεκκρίνονται στα ούρα των καπνιστών.

• Περιβαλλοντικοί-επαγγελματικοί παράγοντες. Έκθεση σε χημικές ουσίες στον χώρο εργασίας. Εργαζόμενοι σε χώρους επεξεργασίας δέρματος, με βιομηχανικά ελαστικά, βαφές και οδηγοί φορτηγών διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Καρκινογόνες ουσίες όπως ανιλίνη και αρωματική αμίνη έχουν ανιχνευτεί στα ούρα των εργαζόμενων σε χημικές βιομηχανίες

• Φάρμακα. Η χημειοθεραπεία με φάρμακα, όπως η κυκλοφωσφαμίδη.

• Ακτινοβολία. Η ακτινοβολία στην πύελο για τη θεραπεία του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας ή καρκίνου του προστάτη αδένα, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου ουροδόχου κύστης.

• Ξένα σώματα στην ουροδόχο κύστη. Ασθενείς με μόνιμο ουροκαθετήρα και ασθενείς με λιθίαση της κύστεως ανήκουν στις επικίνδυνες ομάδες.

• Ουρολοιμώξεις. Οι χρόνιες κυστίτιδες αποτελούν αίτιο καρκινογένεσης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Τις περισσότερες φορές, ο καρκίνος της κύστης δεν δίνει συμπτώματα. Ανακαλύπτεται τυχαία σε κάποιο υπερηχογραφικό έλεγχο. Κύριο σύμπτωμα των όγκων αυτών είναι η αιματουρία. Το κακό, μάλιστα, είναι ότι μπορεί να υπάρξει μόνο ένα επεισόδιο αιματουρίας και μετά τα ούρα να καθαρίσουν. Έτσι, ο ασθενής επαναπαύεται, το ξεχνά και όταν ξαναπαρουσιαστεί επεισόδιο αιματουρίας, ο καρκίνος δυστυχώς έχει προχωρήσει. Σπανιότερα μπορεί να εμφανιστούν:

Δυσουρία (επώδυνη ούρηση).

Συχνουρία.

Επιτακτική ούρηση.

Πόνος στην κοιλιά.

Αδυναμία-καταβολή.

Απώλεια βάρους.

ΣΥΣΤΑΣΗ: «Για οποιαδήποτε ΑΙΜΑΤΟΥΡΙΑ, ακόμη και για μία μόνο φορά, ιδιαίτερα όταν είναι ανώδυνη, θα πρέπει να απευθυνόμαστε στον ουρολόγο μας, για να αποκλειστεί η πιθανότητα ενός καρκίνου.»

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Εάν εμφανιστεί μικροσκοπική (αντιληπτή μόνο με μικροσκόπιο) ή μακροσκοπική (ορατή με το μάτι) αιματουρία επιβάλλεται να γίνουν συγκεκριμένες εξετάσεις:

1. Γενική εξέταση ούρων και καλλιέργεια ούρων.

2. Υπερηχογράφημα ουροποιητικού συστήματος (νεφρών – ουροδόχου κύστεως – προστάτη αδένα).

3. Κυστεοσκόπηση – προτιμάται η ανώδυνη, εύκαμπτη κυστεοσκόπηση.

Αυτές είναι εξετάσεις αναντικατάστατες. Εάν δεν καταφέρει ο γιατρός να θέσει διάγνωση προχωρά σε περαιτέρω έλεγχο:

1. Κυτταρολογική εξέταση ούρων: συλλέγονται για τρεις συνεχόμενες ημέρες τα δεύτερα πρωινά ούρα και ελέγχεται η πιθανότητα ύπαρξης καρκινικών κυττάρων.

2. Ενδοφλέβια ουρογραφία (πυελογραφία) - τείνει να εγκαταλειφθεί στις μέρες μας γιατί έχει σχεδόν αντικατασταθεί από την αξονική ουρογραφία.

3. Αξονική τομογραφία άνω-κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναικού χώρου.

4. Βιοψία ουροδόχου κύστεως (συνήθως λαμβάνεται υλικό κατά την κυστεοσκόπηση όταν δεν είναι ξεκάθαρη η εικόνα)

ΣΥΣΤΑΣΗ: « Αν διαγνωστεί καρκίνος στην ουροδόχο κύστη επιβάλλεται η άμεση διακοπή του καπνίσματος !!!! Αν δεν διακοπεί είναι βέβαιο πως ο καρκίνος θα υποτροπιάσει!!!»

ΣΤΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ

Σε περίπτωση που διαγνωστεί ότι πάσχετε από καρκίνο ουροδόχου κύστης είναι πολύ σημαντικό να γίνει σταδιοποίηση της νόσου, δηλαδή στο πόσο έχει εξαπλωθεί. Αναλόγως προτείνονται από τον Χειρουργό Ουρολόγο θεραπευτικές επιλογές. Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης διαχωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, η αντιμετώπιση των οποίων είναι εντελώς διαφορετική.

Α. Επιφανειακός καρκίνος της κύστης. Σε αυτήν τη μορφή, ο καρκίνος περιορίζεται στο επιφανειακό στρώμα του τοιχώματος της κύστης (στον βλεννογόνο). Αποτελεί την πιο συχνή μορφή κατά τη διάγνωση. Οι βλάβες μοιάζουν σαν ένα μικρό κουνουπίδι και προβάλλουν, κρέμονται μέσα στην ουροδόχο κύστη. Έχει επικρατήσει να αναφέρονται ως "θηλώματα" (χωρίς ωστόσο, αυτό να είναι 100% σωστό). Ακόμη και μετά τη χειρουργική αφαίρεση, υπάρχει η τάση να επανεμφανίζονται νέες βλάβες πολύ συχνά (συχνές υποτροπές). Για τον λόγο αυτό, η παρακολούθηση με κυστεοσκόπηση σε τακτά χρονικά διαστήματα είναι εφόρου ζωής.

Β. Διηθητικός καρκίνος της κύστης. Αποτελεί την πιο επικίνδυνη μορφή. Ο καρκίνος έχει προχωρήσει σε βαθύτερο στρώμα, διηθεί τον μυϊκό χιτώνα της ουροδόχου κύστης. Απαιτεί ριζική αντιμετώπιση. Αν η διάγνωση καθυστερήσει να τεθεί είναι πολύ πιθανή η επέκταση του καρκίνου εξωκυστικά, γεγονός που δυσκολεύει πολύ την αντιμετώπισή του. Στην περίπτωση αυτήν, αυξάνεται ο κίνδυνος μεταστάσεων είτε σε λεμφαδένες είτε σε άλλα όργανα (ήπαρ, πνεύμονες, οστά).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

1. Θεραπεία επιφανειακού καρκίνου.

Α. Η θεραπεία των επιφανειακών όγκων γίνεται με χειρουργική αφαίρεση μέσω της ουρήθρας, Η διουρηθρική αφαίρεση του όγκου της κύστης γίνεται με ειδικό εργαλείο το οποίο εισέρχεται διαμέσου της ουρήθρας, με απευθείας όραση, με κάμερα, στην ουροδόχο κύστη. Βλέπουμε τον όγκο και με ειδικό εργαλείο τον κόβουμε σε κομμάτια και τον αφαιρούμε. Δείτε σχετικό βίντεο.

Η αφαίρεση πρέπει να είναι πλήρης, μέχρι την βάση του. Τα τεμάχια στέλνονται για παθολογοανατομική εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί το βάθος (στάδιο) εξάπλωσής του.

Β. Συνήθως, απαιτείται συμπληρωματική αντιμετώπιση με ενδοκυστικές εγχύσεις μετά την επέμβαση. Δηλαδή εγχύουμε, με τη βοήθεια ενός λεπτού ουροκαθετήρα, στην ουροδόχο κύστη φάρμακα και μετά ο καθετήρας αφαιρείται. Η θεραπεία αυτή αποσκοπεί να μειώσει τον αριθμό των υποτροπών και να αυξήσει τα χρονικά διαστήματα μετξύ των υποτροπών !!! Η συχνότητα και η διάρκεια των ενδοκυστικών εγχύσεων, επίσης, καθορίζεται από το στάδιο της νόσου. Χρησιμοποιούνται διάφορα φάρμακα ανάλογα με το ακριβές στάδιο του καρκίνου:

• Ενδοκυστική ανοσοθεραπεία με BCG. Το BCG (Bacillus αποτελείται από εξασθενημένα βακτηριακά στελέχη, τα οποία προκαλούν ανοσολογική απάντηση του οργανισμού απέναντι στα καρκινικά κύτταρα. Συχνές παρενέργειες της θεραπείας, είναι η συχνουρία, η αιματουρία και πιο σπάνια ο πυρετός. Προτείνονται σε δύο μορφές επιφανειακού καρκίνου. Στο καρκίνωμα τύπου in situ και στο στάδιο Τ1 Grade III.

• Ενδοκυστική χημειοθεραπεία. Γίνεται με τον ίδιο τρόπο, όπως η ανοσοθεραπεία. Αλλά ΔΕΝ είναι η κλασική χημειοθεραπεία και ΔΕΝ παρουσιάζει σημαντικές παρενέργειες. Τα φάρμακα που, κυρίως, χρησιμοποιούνται είναι η επιρουμπικίνη και η μιτομυσίνη.

Χαρακτηριστικό των «θηλωμάτων» της κύστεως, είναι η μεγάλη πιθανότητα υποτροπής τους (επανεμφάνισης), συνήθως σε άλλο σημείο της κύστεως. Λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας των θηλωμάτων, οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο εφόρου ζωής (αρχικά ανά 3μηνο,6μηνο και κατόπιν ανά έτος) με κυστεοσκόπηση και υπερηχογράφημα. Στόχος είναι η πρώιμη, έγκαιρη ανεύρεση νέων βλαβών και η αφαίρεσή τους.

2. Θεραπεία διηθητικού καρκίνου

Η θεραπεία του διηθητικού καρκίνου είναι καθαρά χειρουργική. Η Ριζική κυστεκτομή είναι η επέμβαση που διενεργείται. Περιλαμβάνει την αφαίρεση της ουροδόχου κύστεως, του προστάτη αδένα με τις σπερματοδόχους κύστεις στον άντρα, ενώ στις γυναίκες γίνεται αφαίρεση της μήτρας, των εξαρτημάτων και τμήματος του κόλπου. Πρόκειται για την μεγαλύτερη και πιο βαριά επέμβαση της ειδικότητας της Ουρολογίας. Απαιτούνται αρκετές ημέρες νοσηλείας και, συχνά, συνοδεύεται με αρκετές επιπλοκές. Υπάρχουν δύο κύριες τεχνικές αποκατάστασης της αποβολής των ούρων.

• Η έξοδος των ούρων από το δέρμα (με σακουλάκι) – ουρητηροδερμοστομία. Η ουροδόχος κύστη αφαιρείται και οι δύο ουρητήρες εκβάλουν στο δέρμα είτε με δύο διαφορετικά στόμια είτε με ένα κοινό στόμιο.

• Δημιουργία νέας κύστης από τμήμα λεπτού εντέρου – δημιουργία ορθότοπης νεοκύστης. Η επέμβαση αυτήν είναι, σαφώς, δυσκολότερη αλλά επιχειρεί να αποκαταστήσει την φυσιολογική ροή των ούρων.

ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Είναι απαραίτητη και επιβάλλεται σε μεταστατική νόσο. Έτσι, όταν υπάρχουν λεμφαδενικές μεταστάσεις η χημειοθεραπεία είναι μονόδρομος. Σε κάποιες περιπτώσεις, χρειάζεται χημειοθεραπείες πριν την χειρουργική επέμβαση, επικουρικά. Γενικότερα, όμως η χημειοθεραπεία δεν έχει πολύ σημαντική συνεισφορά στην επιβίωση του ασθενούς.

ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ

Εφαρμόζεται σε ασθενείς που αρνούνται την επέμβαση ή όταν σημαντικά συνοδά προβλήματα υγείας, όπως καρδιολογικά ή αναπνευστικά προβλήματα δεν επιτρέπουν τόσο μεγάλη επέμβαση όπως η ριζική κυστεκτομή. Αποτελεί μία εναλλακτική επιλογή, κυρίως, σε μεγαλύτερες ηλικίες αλλά όχι ισοδύναμη της ριζικής κυστεκτομής, η οποία αποτελεί την πρώτη θεραπευτική επιλογή.